Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Η βασική αντίθεση στη σοσιαλιστική κοινωνία

 περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 24, 2017, σελ. 205-219

Η μαρξιστική θεωρία μας έδωσε το βασικό στοιχείο ερμηνείας της κοινωνικής εξέλιξης. Είναι η αντίθεση – διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής που κινεί την εξέλιξη. Η βασική αυτή αντίθεση δεν είναι η μόνη. Είναι όμως η καθοριστική σε όλη την πορεία της ανθρωπότητας. Αν θέλουμε επομένως να αναλύσουμε και κατανοήσουμε τις κοινωνίες που προέκυψαν από τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα -και πρωτίστως την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917 στη Ρωσία- πρέπει να ξεκινήσουμε από αυτό ακριβώς το σημείο.
Το ίδιο ισχύει και αν θέλουμε να κατανοήσουμε την εξέλιξή τους, δηλαδή την καπιταλιστική παλινόρθωση. Έχουν γραφτεί πολλά σε σχέση με το θέμα αυτό. Άλλοι αναζητούν τα αίτια στην οικονομία, άλλοι στην πολιτική, στην ιδεολογία, σε ένα σύνθετο πλέγμα ή σε έναν ή δυο μόνο παράγοντες. Για να είμαστε συνεπείς με την επιστημονική, μαρξιστική μεθοδολογία θα πρέπει να εντοπίσουμε τη βασική αντίθεση και να προσδιορίσουμε στη συνέχεια τη σχέση της με τις υπόλοιπες αντιθέσεις. Επομένως, πρέπει οπωσδήποτε να ξεκινήσουμε από τη σχέση παραγωγικών δυνάμεων – παραγωγικών σχέσεων.


Παραγωγικές δυνάμεις και καταμερισμός εργασίας

Η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, πρωτίστως των εργαλείων, της εργασιακής εμπειρίας και της γνώσης του ανθρώπου είναι που ώθησε τις πρωτόγονες κοινωνίες στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και έτσι στην αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων και στη δημιουργία πλεονάσματος. Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας (μαζί με τη δημιουργία πλεονάσματος και άρα την δυνατότητα εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης του άλλου) οδήγησε με τη σειρά του στην εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας και στη συνέχεια στη διάσπαση της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές τάξεις. Με αυτό τον τρόπο η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδήγησε σε νέες παραγωγικές σχέσεις, ποιοτικά διαφορετικές από εκείνες που υπήρχαν στις πρωτόγονες κοινότητες1. Η ανάλυση αυτή των θεμελιωτών του μαρξισμού έχει πολλαπλά επιβεβαιωθεί από τα μεταγενέστερα ιστορικά και ανθρωπολογικά ευρήματα.
Το κρίσιμο ζήτημα που αξίζει της προσοχής μας εδώ είναι ότι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας (άλλοι διευθύνουν, άλλοι ασχολούνται με τον ένα τομέα της παραγωγής, άλλοι με τον άλλο κλπ) ήταν το στοιχείο εκείνο που οδήγησε στην εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας και των τάξεων. Οι κοινωνικές τάξεις αποτελούν την ολοκληρωμένη, ποιοτικά διαφορετική, έκφραση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Γι' αυτό, στις αναλύσεις των θεμελιωτών του μαρξισμού προβλέπεται με θεωρητική συνέπεια ότι στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής που θα αντικαταστήσει τον καπιταλιστικό θα εξαλειφθούν όχι μόνο οι κοινωνικές τάξεις αλλά και ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας.
Προϋπόθεση για να μπορέσει να συμβεί αυτό είναι η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορούν να ικανοποιούνται οι ανάγκες των ανθρώπων και βέβαια η δημιουργία αντίστοιχου επιπέδου συνείδησης. Βλέπουμε λοιπόν ότι η πλήρης εξάλειψη των τάξεων δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην ιστορική συνέχεια στην εξάλειψη της “υποδουλωτικής υποταγής των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας2. Αυτό σημαίνει ότι, στην αντίληψη του Μαρξ ο τεχνικός καταμερισμός της εργασίας θα εξακολουθεί να υπάρχει στην κομμουνιστική κοινωνία αλλά θα εξαλειφθεί ο κοινωνικός καταμερισμός. Με τα λόγια του Λένιν (σε σχέση με τον καταμερισμό σε διοικούντες και διοικούμενους): “στο σοσιαλισμό θα διοικούν όλοι με τη σειρά και θα συνηθίσουν γρήγορα να μη διοικεί κανένας3.
Ο κοινωνικός καταμερισμός (και κυρίως ο διαχωρισμός σε διοικούντες και διοικούμενους) είναι στοιχείο, που μπορεί μαζί με άλλα, να οδηγήσει στην επανεμφάνιση των τάξεων. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά ιδίως στις επισημάνσεις των θεμελιωτών του μαρξισμού, οι οποίοι μελετώντας την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού διέκριναν ότι υπάρχει ο κίνδυνος η εργατική τάξη να ξαναχάσει την εξουσία μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση αν επικρατήσουν τα “ειδικά συμφέροντα” των οργάνων της κρατικής εξουσίας. Δηλαδή, αν επικρατήσουν τα ειδικά συμφέροντα εκείνων που στον καταμερισμό εργασίας ασχολούνται σε μόνιμη – επαγγελματική βάση με τα κοινά4.


Η επανάσταση και οι παραγωγικές σχέσεις

Η σοσιαλιστική επανάσταση δημιουργεί τις προϋποθέσεις –και μόνο τις προϋποθέσεις- για την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων από τα δεσμά της κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας. Δημιουργεί τους όρους για να αντιστοιχηθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής με τον κοινωνικό τρόπο ιδιοποίησης του κοινωνικού προϊόντος.
Η συγκρότηση των νέων σχέσεων παραγωγής δεν είναι μιας ημέρας πράξη αλλά αποτελεί μια διαδικασία που ξεκινά με την πρώτη, αποφασιστική πράξη, που είναι η επανάσταση και η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής. Η δημιουργία των νέων σχέσεων παραγωγής ξεκινά με την εγκαθίδρυση της κρατικής ιδιοκτησίας (του νέου κράτους που προκύπτει από την επανάσταση). Ολοκληρώνεται, όταν η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής γίνεται όχι μόνο τυπική (μέσω της κρατικής ιδιοκτησίας) αλλά και ουσιαστική, άμεση, όταν δηλαδή η κοινωνία πράγματι συμμετέχει ολόκληρη στον έλεγχο της όλης παραγωγικής δραστηριότητας.
Η ιστορική εμπειρία επιβεβαίωσε ότι η έναρξη οικοδόμησης των νέων σχέσεων παραγωγής απελευθέρωσε το παραγωγικό δυναμικό των χωρών, όπου επικράτησε η επανάσταση. Είναι γνωστό το άλμα που πραγματοποίησε η ΕΣΣΔ, η Κίνα αλλά και οι άλλες χώρες, τα πρώτα χρόνια, από την βαθιά καθυστέρηση και υπανάπτυξη στις σύγχρονες παραγωγικές δομές.
Αυτό το άλμα της πρώτης περιόδου οφειλόταν ακριβώς στις νέες παραγωγικές σχέσεις, οι οποίες κατέστησαν εφικτή τη σχεδιασμένη ανάπτυξη, την ανάπτυξη του ενδιαφέροντος των εργαζομένων για την εργασία και τα αποτελέσματά της. Ο Λένιν υπογράμμιζε ότι το δυνατό σημείο των νέων σχέσεων παραγωγής μπορεί να είναι η τεράστια άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας η οποία μπορεί να ξεπεράσει κατά πολύ την αντίστοιχη στον καπιταλισμό: “Ο καπιταλισμός μπορεί να νικηθεί τελειωτικά και θα νικηθεί τελειωτικά, γιατί ο σοσιαλισμός δημιουργεί μια νέα, πολύ πιο ανώτερη παραγωγικότητα της εργασίας5. Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας μπορεί να βασιστεί στο ενδιαφέρον των εργαζομένων για την εργασία τους και στην αίσθηση ότι είναι κύριοι των μέσων παραγωγής και της οικονομίας.
Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα έπρεπε να αντεπιδράσει στις παραγωγικές σχέσεις. Πώς; Δίνοντας τη δυνατότητα για τη μετάβαση σε μια βαθμίδα όπου η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής θα γινόταν λιγότερο τυπική και περισσότερο ουσιαστική από ό,τι στην αρχή της μετεπαναστατικής περιόδου. Δηλαδή, η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων και άρα η δυνατότητα για υψηλότερο επίπεδο ζωής των εργαζομένων, υψηλότερο μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο, περισσότερο και δημιουργικότερο ελεύθερο χρόνο, θα έδιναν την ευχέρεια για πιο ουσιαστική συμμετοχή στη διοίκηση του κράτους και της οικονομίας.
Για την ακρίβεια, αυτή η δυνατότητα θα μπορούσε να μετατραπεί σε πραγματικότητα με την προϋπόθεση της συνειδητής αναπροσαρμογής των παραγωγικών σχέσεων σε αυτή την κατεύθυνση. Τι θα σήμαινε αυτό; Ακόμη πιο πλατιά και ουσιαστική συμμετοχή στις αποφάσεις, ακόμη πιο ουσιαστική δημοκρατία. Αυτό όμως δεν συνέβη τελικά. Έγινε το αντίθετο. Τόσο στη Σοβιετική Ένωση όσο και στις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες οι νέες σχέσεις παραγωγής σταδιακά αποδομήθηκαν, άρχισε να καθυστερεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τελικά σημειώθηκε η καπιταλιστική παλινόρθωση.

Η βασική αντίθεση

Για να εξηγηθεί αυτή η εμπειρία πρέπει να σκεφτούμε την αντίθεση παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων στο επίπεδο της κοινωνίας και της ταξικής της διάρθρωσης. Η αντίθεση αυτή, στο πλαίσιο του καπιταλισμού σημαίνει ότι η βασική κοινωνική αντίθεση είναι αυτή της αστικής τάξης με την εργατική.
Τι αντίστοιχα σημαίνει για τη μετεπαναστατική κοινωνία; Οι παραγωγικές σχέσεις αλλάζουν ριζικά καθώς εξαλείφεται η αστική τάξη. Βέβαια και αυτό δεν γίνεται παρά βαθμιαία. Αν όμως εξαλείφονται οι τάξεις (αρχικά η αστική), δεν εξαλείφεται ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας. Και το κομβικό σημείο στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στη διευθυντική και στην εκτελεστική εργασία, ανάμεσα στους διοικούντες και στους διοικούμενους. Η αντίθεση εργατικής και αστικής τάξης καταργείται και δίνει τη θέση της σε μια άλλη αντίθεση που μένει να ξεπεραστεί.
Όπως αναφέρθηκε, η διευθυντική εργασία ιστορικά είναι καρπός της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αποτέλεσε πρόοδο αλλά και ένα βήμα πριν τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις. Η διευθυντική εργασία μας απασχολεί εδώ όχι στο κατώτερο επίπεδό της, εκείνο της μονάδας παραγωγής, ή του κλάδου παραγωγής, αλλά στο επίπεδο της πανεθνικής διεύθυνσης της εργασίας και εν γένει της κοινωνίας.
Ο διαχωρισμός αυτός υπάρχει βέβαια σε όλες τις ταξικές κοινωνίες. Προσδιορίζεται, χρωματίζεται από την βασική ταξική αντίθεση. Η διευθυντική εργασία στο σύνολο της κοινωνίας ή με άλλα λόγια η κορυφή της κρατικής γραφειοκρατίας ασκείται από την άρχουσα τάξη ή από εντεταλμένους της ή από πρόσωπα που εντάσσονται σε αυτήν ή την προσεγγίζουν.
Η οικοδόμηση των νέων παραγωγικών σχέσεων μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση απαιτεί ένα νέο χειρισμό του θέματος. Δεν αρκεί η διευθυντική εργασία να ασκείται από μέλη της εργατικής τάξης ή από εντεταλμένα και ελεγχόμενα πρόσωπα από αυτήν. Δεν αρκεί το ανώτατο διευθυντικό στρώμα, η κορυφή της κρατικής γραφειοκρατίας να αποτελείται από προερχόμενους από την εργατική τάξη.
Μπορεί αυτό να αρκεί για την πρώτη φάση οικοδόμησης του νέου κοινωνικού συστήματος αλλά σίγουρα δεν αρκεί για τη συνέχεια. Η ίδια η φύση των νέων παραγωγικών σχέσεων απαιτεί την ολόπλευρη συμμετοχή της εργατικής τάξης στη διαχείριση των υποθέσεών της. Το κομβικό ζήτημα για την οικοδόμηση των κομμουνιστικών παραγωγικών σχέσεων είναι η βαθμιαία ανάπτυξη, ποσοτική και ποιοτική, της συμμετοχής του λαού στην διοίκηση της παραγωγής και γενικά όλων των κοινωνικών υποθέσεων. Τα μεγέθη στο ζήτημα αυτό δεν είναι μια για πάντα δεδομένα.
Γιατί όμως είναι αναπόφευκτη για ένα ιστορικό διάστημα η ύπαρξη ξεχωριστού στρώματος διαχειριστών της πολιτικής και της οικονομίας; Πρωτίστως γιατί οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι τόσο αναπτυγμένες ώστε όλοι να μπορούν να ασχολούνται με όλα και να εναλλάσσονται στις διαφορετικές εργασίες, μαζί και στις διευθυντικές. Άρα, μοιραία χρειάζονται ακόμη επαγγελματίες πολιτικοί. Ταυτόχρονα, το επίπεδο γνώσης, μόρφωσης, εμπειριών, πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης των εργαζομένων διαφέρει. Άρα διαφέρουν και οι δυνατότητες ή και η διάθεση συμμετοχής στα κοινά.
Η οικοδόμηση των νέων κοινωνικών σχέσεων απαιτεί τη βαθμιαία υπέρβαση αυτών των περιορισμών και εμποδίων. Θα πρέπει και η μαγείρισσα να μάθει να διοικεί και να διοικεί πράγματι το κράτος. Στην προσπάθεια υπέρβασης των περιορισμών αλλά και δημιουργίας των προϋποθέσεων για το μέλλον, οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις και οι θεωρητικοί του μαρξισμού ανέδειξαν τη σημασία της νέου τύπου, της επαναστατικής δημοκρατίας που πρέπει να διέπεται από πέντε βασικές αρχές:
1.Αιρετότητα όλων των υπεύθυνων στελεχών του κράτους, έτσι ώστε η εργατική τάξη και ο λαός να επιλέγουν αυτοί και μόνον αυτοί σε ποιον θα εμπιστεύονται τα καθήκοντα αυτά.
2.Ανακλητότητα ανά πάσα στιγμή, έτσι ώστε η εργατική τάξη και ο λαός να μπορούν να ανακαλούν όποιον δεν στάθηκε στο ύψος της εμπιστοσύνης τους, ακριβώς όπως ο καπιταλιστής απολύει οποτεδήποτε το διαχειριστή του που αποδείχθηκε αντιπαραγωγικός, ανίκανος ή κλέφτης.
3.Εναλλαγή προσώπων στις υπεύθυνες θέσεις έτσι ώστε να μην δημιουργούνται “αυθεντίες”, “αναντικατάστατοι” αλλά, αντιθέτως, να γνωρίζουν ολοένα και περισσότεροι στην πράξη τα καθήκοντα της διοίκησης του κράτους.
4.Έλεγχος από τα κάτω, διαρκής και αποτελεσματικός. Αυτό προϋποθέτει ελευθερία συζήτησης και κριτικής, ουσιαστική πληροφόρηση και γνώση, κατάργηση των “στεγανών”, των δήθεν κρατικών μυστικών.
5.Κατάργηση κάθε προνομίου για τους επαγγελματίες πολιτικούς και αμοιβή των κρατικών στελεχών με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό έτσι ώστε να περιοριστεί η θεσιθηρία και ο καριερισμός. Στο ζήτημα ειδικά αυτό έδιναν μεγάλη σημασία οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν6.
Τα μέτρα αυτά αποτελούν ένα αποτελεσματικό μέσο για τον περιορισμό των αρνητικών επιδράσεων του καταμερισμού της εργασίας, ειδικότερα του διαχωρισμού σε διοικούντες και διοικούμενους. Η επαναστατική δημοκρατία αποτελεί συστατικό στοιχείο των νέων παραγωγικών σχέσεων και όχι μόνο του εποικοδομήματος. Σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν σημαίνει μόνο κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αλλά και δημοκρατική συμμετοχή του λαού.
Η επαναστατική δημοκρατία μπορεί σε μια ιστορική προοπτική να οδηγήσει στην εξάλειψη του καταμερισμού. Χρειάζεται όμως, όπως προαναφέρθηκε, μαζί η ανύψωση των παραγωγικών δυνάμεων και του επιπέδου ζωής, του επιπέδου γνώσης του λαού και άλλοι παράγοντες. Κατά συνέπεια, η σταθεροποίηση και ανάπτυξη της επαναστατικής δημοκρατίας είναι μοχλός για την προώθηση της κοινωνικής ανάπτυξης και για την επίλυση της εναπομείνασας βασικής αντίθεσης ανάμεσα στους διοικούντες και στους διοικούμενους.
Όπως σημείωνε ο Λένιν, “βαδίζοντας πάνω σ' αυτό το δρόμο (δηλ. στην εφαρμογή των μέτρων της επαναστατικής δημοκρατίας τύπου Κομμούνας - σημ. δική μου) θα φτάσουμε στην πλήρη καταστροφή της γραφειοκρατίας”, σε συνθήκες τέτοιες “που θα επιτρέπουν σε όλους δίχως εξαίρεση να εκπληρώνουν τις “κρατικές λειτουργίες”, κι αυτό θα οδηγήσει στην ολοκληρωτική απονέκρωση κάθε κράτους γενικά (σημ.: τα τονισμένα του Λένιν)”7.


Η δυνατότητα μετατροπής της αντίθεσης σε ανταγωνιστική

Ο καταμερισμός της εργασίας αντικειμενικά επιβάλλει μια σχετική αυτοτέλεια της διευθυντικής εργασίας. Αυτό ισχύει και για τις ταξικές κοινωνίες και για τις σοσιαλιστικές. Αυτή η σχετική αυτοτέλεια μπορεί να είναι ανεκτή ή και επιθυμητή στην καπιταλιστική κοινωνία.
Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για τη σοσιαλιστική. Η φύση της δεύτερης είναι εντελώς διαφορετική. Απαιτεί τη διαρκή πορεία μπροστά, προς την εξάλειψη του διαχωρισμού. Επομένως, κάθε διόγκωση της αυτοτέλειας συνιστά κίνδυνο για την πορεία προς την πλήρη εξάλειψη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, υπονομεύει την πορεία προς την ολοένα και πληρέστερη συμμετοχή των εργαζομένων.
Όπως ειπώθηκε, η διευθυντική εργασία δεν είναι περιττή στη σοσιαλιστική κοινωνία. Το αντίθετο έχει αποδειχθεί τόσο θεωρητικά από τους κλασικούς όσο και με βάση την ιστορική πείρα8. Η σοσιαλιστική κοινωνία έχει ανάγκη από διαχειριστές. Σημαίνει όμως ότι ο ρόλος τους στη σοσιαλιστική κοινωνία πρέπει να είναι υπό μετασχηματισμό και, εν τέλει, ιστορικά, προοπτικά, υπό εξάλειψη.
Έτσι, λοιπόν, στη σοσιαλιστική κοινωνία, μετά την εξάλειψη της αντίθεσης αστικής τάξης και εργατικής, η επόμενη σημαντική αντίθεση που απομένει να επιλυθεί είναι εκείνη ανάμεσα στην εργατική τάξη και στους διαχειριστές της οικονομίας και του κράτους της.
Η σχετική αυτοτέλεια της ηγετικής κρατικής γραφειοκρατίας διευρύνεται όταν: 1.δεν λειτουργεί σωστά η επαναστατική δημοκρατία, δεν τηρούνται κατά βάση οι προαναφερθείσες αρχές και, κατά συνέπεια, οι πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται τελικά από αυτήν χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων, 2.το ηγετικό διευθυντικό στρώμα τείνει να καρπώνεται μεγαλύτερο μερίδιο του κοινωνικού προϊόντος από εκείνο που αντιστοιχεί στην παρεχόμενη εργασία του. Αναφέρομαι βεβαίως, στα μισθολογικά και άλλα προνόμια (νόμιμα ή παράνομα δεν έχει τόσο σημασία) που σταδιακά συσσώρευσαν τα διευθυντικά στρώματα των σοσιαλιστικών κρατών. Στις περιπτώσεις αυτές η αντίθεση τείνει να γίνει ανταγωνιστική και όπως θα δούμε, υπό προϋποθέσεις, γίνεται ανταγωνιστική.


Η σοβιετική και άλλη εμπειρία

Στην Σοβιετική Ένωση και στα άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη παρατηρήθηκαν και βαθμιαία επικράτησαν ακριβώς αυτά τα φαινόμενα. Αποδυναμώθηκαν οι δημοκρατικοί θεσμοί της άμεσης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Οι συνελεύσεις, οι εκλογικές διαδικασίες, οι αρχές της αιρετότητας, του ελέγχου του λαού στους αντιπροσώπους του, της ανακλητότητας κατέληξαν σε σημαντικό βαθμό τυπικές και χωρίς πραγματικό περιεχόμενο, έχασαν τη δυναμική τους. Κατέληξαν να είναι τυπικές διαδικασίες, συνήθως υπαγορευμένες από το κυβερνητικό κομμουνιστικό κόμμα.
Αυτό δεν ίσχυε σε όλα τα σοσιαλιστικά κράτη με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Ούτε σε όλες τις περιόδους της ύπαρξής τους ίσχυε με τον ίδιο τρόπο και βαθμό. Ωστόσο, αποτέλεσε κοινό χαρακτηριστικό, κοινή λίγο -πολύ τάση.
Για παράδειγμα, επικράτησε η πρακτική της μοναδικής υποψηφιότητας στις εκλογικές διαδικασίες9. Αυτό σήμαινε ότι το κομμουνιστικό κόμμα πρότεινε έναν υποψήφιο άμεσα ή μέσω ενός συνδικαλιστικού ή άλλου φορέα. Οι εκλογείς δεν είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν κάποιον άλλο, παρά μόνο να τον εγκρίνουν ή να τον απορρίψουν. Αυτό ίσχυε ακόμη και στα κράτη εκείνα στα οποία επιτρεπόταν από το νόμο η ύπαρξη πολλαπλών υποψηφιοτήτων. Με αυτό τον τρόπο, τα επαναστατικά κόμματα έχασαν το δυναμισμό τους και τη σχέση τους με το λαό που είχε σφυρηλατηθεί στις επαναστατικές συνθήκες. Η εκλογική διαδικασία κατέληξε προσχηματική. Η συζήτηση και ο έλεγχος των αντιπροσώπων ατόνησαν ή κατέληξε απολύτως φορμαλιστικός.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι σοβιετικοί ηγέτες έκαναν λόγο, ήδη το 1937, για εκφυλιστικά φαινόμενα βάσει των οποίων οι δημοκρατικές διαδικασίες στα Σοβιέτ είχαν γίνει απολύτως προσχηματικές καλύπτοντας στην πραγματικότητα ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων, όπου οι αντιπρόσωποι του λαού ήταν ανεξέλεγκτοι. Δεν λογοδοτούσαν ή η λογοδοσία δεν ήταν ουσιαστική ενώ θεωρούσαν βέβαιη και εξασφαλισμένη την επανεκλογή τους10. Αντίστοιχες μαρτυρίες υπάρχουν και από άλλες πλευρές. Για παράδειγμα κουβανός ανταποκριτής στη Μόσχα την τελευταία περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης κάνει λόγο για “διεφθαρμένες εκλογικές διαδικασίες11.
Σε όλα τα Συντάγματα των σοσιαλιστικών κρατών προβλεπόταν η δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων. Ωστόσο, γινόταν ελάχιστη ως μηδενική χρήση του δικαιώματος, τουλάχιστον στο επίπεδο του ανώτατου αντιπροσωπευτικού οργάνου12. Άρα τόσο η εκλογή, όσο και η ανακλητότητα, ο λαϊκός έλεγχος από τα κάτω και η εναλλαγή των προσώπων στις δημόσιες θέσεις ατόνησαν σοβαρά.
Αντίστοιχες ήταν οι εξελίξεις σε έναν άλλο κρίσιμο τομέα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας: στους εργασιακούς χώρους. Εκεί η συμμετοχή των εργαζομένων στη συζήτηση για τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την οικονομία έγινε επίσης σε μεγάλο βαθμό τυπική. Όπως σημειώνει ο κουβανός οικονομολόγος Κάρλος Ταμπλάδα, το βάρος έπεφτε μονομερώς στην υλοποίηση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στα κυβερνητικά κλιμάκια και όχι στη συμμετοχή των εργαζομένων στην επεξεργασία και αξιολόγηση των πολιτικών13. Αντίστοιχες παρατηρήσεις είχε κάνει πολλά χρόνια πριν ο Τσε14.
Η ιστορική εμπειρία έδειξε επίσης ότι τα πολιτικά προνόμια που συγκεντρώθηκαν στα χέρια των κυβερνώντων συμπληρώθηκαν τελικά από υλικά προνόμια. Η ανάληψη από την πλευρά των κυβερνώντων της ευθύνης χάραξης της πολιτικής, έτεινε να τους αυτονομήσει και υλικά, από την άποψη των συνθηκών ζωής και του βιοτικού επιπέδου. Η κατάργηση του αστικού κράτους από τις επαναστάσεις και η δημιουργία σοσιαλιστικών κρατών είχε χαρακτηριστεί από την κατάργηση των υλικών προνομίων των κυβερνώντων.
Σταδιακά όμως παρατηρήθηκε η επανεδραίωσή τους. Για παράδειγμα, στη Σοβιετική Ένωση εμφανίστηκε πολύ νωρίς η τάση αυτή. Ο Λένιν εντόπισε έγκαιρα το πρόβλημα. Ήδη στο Κράτος και επανάσταση βρέθηκε στην ανάγκη να παρέμβει τονίζοντας ότι «εντελώς ασυγχώρητα ενεργούν οι μπολσεβίκοι εκείνοι» που προτείνουν αυξήσεις των μισθών των κρατικών αξιωματούχων, αντί να τους περιορίζουν στο επίπεδο του συνηθισμένου εργατικού μισθού15. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πώς η διαδικασία αυτή καταγράφεται στη σοβιετική λογοτεχνία και μάλιστα στην επίσημα αποδεκτή της περιόδου διακυβέρνησης από τον Στάλιν16.
Η αναλογία βασικού μισθού και μισθών των υψηλότερων κλιμακίων των κυβερνώντων στη Σοβιετική Ένωση διαμορφώθηκε ήδη κατά τη δεκαετία του 1930 σε 1:10 και αργότερα στο 1:15 ή και 1:20. Ανάλογες ήταν οι εξελίξεις και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Στην Κίνα, η ψαλίδα αυτή έφτασε ήδη κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 στο 1:10 και κάποιες περιόδους 1:1517.
Στα μισθολογικά προνόμια πρέπει να προστεθούν και τα κάθε είδους υλικά προνόμια όπως για παράδειγμα, πρόσβαση σε ειδικές υπηρεσίες στην υγεία, στην παιδεία, στην κατοικία κά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ηγετικά στελέχη του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης διέθεταν, την τελευταία τουλάχιστον περίοδο, υπηρετικό προσωπικό, κηπουρούς κλπ. Τα νόμιμα αυτά προνόμια συμπληρώνονταν και με άλλα, παράνομα αποκτημένα, που όμως η κυρίαρχη θέση των ηγετικών διευθυντικών στρωμάτων το επέτρεπε18.
Η αντίθεση σε τέτοιες συνθήκες, παρότι αρχικά δεν είναι ανταγωνιστική, τείνει να μετατραπεί σε τέτοια. Η τάση αυτή ενισχύεται ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι επηρεάζεται διαρκώς από τα υπολείμματα της αντίθεσης εργασίας και κεφαλαίου που επιβιώνουν τόσο στο πλαίσιο κάθε συγκεκριμένης χώρας όσο και με το δεδομένο της ανταγωνιστικής ύπαρξης των καπιταλιστικών κρατών δίπλα στα σοσιαλιστικά.


Γραφειοκρατία και αστική τάξη

Ωστόσο, η αυτονόμηση των διοικούντων δεν τους καθιστά αστική τάξη. Το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αστική τάξη ούτε το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα της περιόδου αυτής με τον καπιταλισμό19. Κανένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως αυτά αναλύθηκαν στο Κεφάλαιο δεν υπήρχε στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στα άλλα κράτη.
Δεν υπήρχε ιδιωτική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής. Η εργατική δύναμη δεν ήταν εμπόρευμα, δεν πωλούνταν και αγοράζονταν από τους κεφαλαιοκράτες. Δεν υπήρχε ανεργία η οποία είναι βασικό στοιχείο της αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης. Οι διάφορες επιχειρήσεις δεν ανταγωνίζονταν μεταξύ τους αλλά υπόκειντο σε έναν πανεθνικό σχεδιασμό (χωρίς αυτό να αποτρέπει επιμέρους αντιθέσεις). Η αναρχία δεν χαρακτήριζε τη σοβιετική οικονομία, όπως συμβαίνει στις καπιταλιστικές οικονομίες. Η άντληση υπεραξίας δεν ήταν ο βασικός στόχος των επιχειρήσεων. Το οικονομικό σύστημα δεν χαρακτηριζόταν από περιοδικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης και υπερπαραγωγής. Δεν παρατηρήθηκε η τάση σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης της εργατικής τάξης που χαρακτηρίζει την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση20.
Το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα δεν είχε στην ιδιοκτησία του τα μέσα παραγωγής, ούτε ως συλλογική του ιδιοκτησία. Μπορεί να καρπωνόταν μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού προϊόντος από αυτό που αναλογούσε στην εργασία του αλλά αυτό δεν ταυτίζεται με το μηχανισμό άντλησης της υπεραξίας. Τα υλικά προνόμια της γραφειοκρατίας αποτελούσαν παραβίαση της σοσιαλιστικής αρχής κατανομής “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του” αλλά δεν αποτελούσαν υπεραξία ούτε μπορούσαν να μετατραπούν σε κεφάλαιο στις συνθήκες της σοβιετικής και των άλλων σοσιαλιστικών κοινωνιών. Δεν παρατηρήθηκε η τάση αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Δεν υπήρχε ούτε διαρκής εισαγωγή νέων τεχνολογιών και σταθερού κεφαλαίου ούτε εντατικοποίηση της εργασίας. Αντίθετα, οι χώρες αυτές διακρίνονταν το τελευταίο διάστημα για τη δυσκολία ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή και για ένα κλίμα εξαιρετικά χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας.
Το διευθυντικό γραφειοκρατικό στρώμα μπορεί, υπό προϋποθέσεις να γίνει τάξη εν τη γενέσει της. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην πρώην Σοβιετική Ένωση, στην Κίνα και σε όλα τα πρώην σοσιαλιστικά κράτη, πλην της Κούβας. Η νέα αστική τάξη που εγκαθιδρύθηκε μετά τις ανατροπές, αποτελείται κατά ένα μέρος τουλάχιστον, από το πρώην διευθυντικό στρώμα. Για να γίνει αυτό όμως χρειάστηκαν δύο βασικοί παράγοντες: πρώτο, η πλήρης αποδόμηση του σοσιαλιστικού κράτους και, δεύτερο, η ιδιωτικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής. Οι όροι αυτοί πραγματοποιήθηκαν τη διετία 1989-1991 και λίγο μετά. Οι σημερινοί κεφαλαιοκράτες των χωρών αυτών προέρχονται κατά βάση από το στρώμα αυτό και λιγότερο, από τους απογόνους των ιδιοκτητών που απαλλοτριώθηκαν κατά την επανάσταση.


Η φύση της γραφειοκρατίας στο σοσιαλισμό

Από την άλλη, η κατανόηση της ακριβούς φύσης της γραφειοκρατίας στο σοσιαλισμό είναι πολύ σημαντική. Μας δίνει το κλειδί της εξέλιξης της πρώην ΕΣΣΔ και των άλλων χωρών. Εξηγεί πολλές αντιφάσεις της εσωτερικής και εξωτερικής τους πολιτικής. Η γραφειοκρατία ήταν σαν ένα καρκίνωμα. Αναπτυσσόταν μαζί και πάνω στον οργανισμό του σοσιαλιστικού κράτους. Τον χρωμάτιζε, τον αδυνάτιζε και τον αλλοίωνε βαθμιαία.
Όσο η απόσταση της ηγετικής γραφειοκρατίας από την εργατική τάξη μεγάλωνε και γινόταν απόσπαση από αυτήν, τόσο τα αρνητικά φαινόμενα και οι αλλοιώσεις εκδηλώνονταν με μεγαλύτερη συχνότητα και συνέχεια, τόσο τα λάθη γινόταν δύσκολο να διορθωθούν. Η απόσπαση αυξανόταν όσο η κοινωνία απομακρυνόταν χρονικά από την επανάσταση του 1917 (και αντίστοιχα για τις άλλες χώρες), οπότε οι μνήμες, η θέση και η ετοιμότητα της εργατικής τάξης και του λαού εξασθενούσε, ενώ τα πολιτικά και υλικά προνόμια και η διαφθορά της γραφειοκρατίας αυξάνονταν. Έτσι, η γραφειοκρατία στη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 1930 δεν είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα της δεκαετίας του 1980. Η πρώτη δεν οδήγησε στην καπιταλιστική παλινόρθωση ενώ η δεύτερη το έπραξε. Η πρώτη υπερασπίστηκε (παρά τα λάθη και τις προβληματικές καταστάσεις που απέρρεαν από τη φύση της) σθεναρά το σοσιαλισμό ενώ η δεύτερη μετασχηματίστηκε σε αστική τάξη.
Η απόσπαση διευρυνόταν επίσης ανάλογα με τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, τις ιδιομορφίες, τις παραδόσεις κλπ, ανάλογα με την επίδραση των άλλων αντιθέσεων στη βασική. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν ακραία φαινόμενα γραφειοκρατικής στρέβλωσης όπως η διακυβέρνηση Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία, του Ν. Τσαουσέσκου στη Ρουμανία ή του Κιμ Γιονγκ Ουν στη Β. Κορέα. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις, το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα καθοδήγησε εν τέλει τη μετάβαση στον καπιταλισμό και μετατράπηκε σε αστική τάξη, άσχετα αν θυσίασε κάποιο εμβληματικό του πρόσωπο (περίπτωση Τσαουσέσκου).
Η γραφειοκρατική απόσπαση αποτελούσε την υλική βάση που ωθούσε στην παγίωση αρνητικών και λαθεμένων (από τη σκοπιά του μαρξισμού και των συμφερόντων της εργατικής τάξης) αντιλήψεων και πρακτικών. Ωθούσε στη λήψη αποφάσεων στο όνομα του λαού και όχι από το λαό. Επρόκειτο για ένα ιδιόμορφο πατερναλισμό. Έτσι, ακόμη και αποφάσεις που ήταν ευνοϊκές για τα λαϊκά συμφέροντα υπονομεύονταν μακροπρόθεσμα από το γεγονός της μη συμμετοχής του λαού. Μεγάλωνε παράλληλα σταδιακά η αδιαφορία για τη ζωή του λαού.
Ωθούσε στην παγίωση καταστάσεων άρνησης της κριτικής και της δημοκρατίας εν τέλει αφού η γραφειοκρατία ήθελε να έχει το αλάθητο και το ακαταδίωκτο. Η κριτική χαρακτηριζόταν συλλήβδην αντεπαναστατική και οδηγούσε συχνά σε σκληρά, καταπιεστικά μέτρα. Έτσι εξηγείται και η σφοδρότητα των εσωκομματικών αντιπαραθέσεων και εκκαθαρίσεων. Σε χώρες όπου η γραφειοκρατία δεν είχε εδραιωθεί, όπως η Κούβα, οι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις δεν έφτασαν ποτέ στο σημείο της εκκαθάρισης και, ακόμη χειρότερα, της φυσικής εξόντωσης. Ο Φιδέλ Κάστρο, για παράδειγμα, ασκούσε κριτική στην ηγεσία του Στάλιν για την “πολιτική εκκαθαρίσεων με κάθε είδους καταχρήσεις εξουσίας στην ΕΣΣΔ” που οδήγησαν σε “κάθε είδους στρατηγικά λάθη, τόσο στον πολιτικό όσο και στον στρατιωτικό τομέα21.
Η εδραίωση του γραφειοκρατικού στρώματος σήμαινε επίσης μια παγίωση της ροπής στις διοικητικές μεθόδους επιβολής αντί για την πειθώ. Οδηγούσε στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς το λαό, στην υποτίμηση του αυθόρμητου και στην υπερτίμηση του συνειδητού, στον βολονταρισμό. Η παγίωση της γραφειοκρατίας ωθούσε στην παγίωση αστικών και μικροαστικών πολιτικών προτύπων όπως ο αρχηγισμός, η ενίσχυση του ρόλου του ηγέτη σε βάρος της συλλογικότητας, ακόμη και η προσωπολατρεία.
Η άρνηση της δημοκρατίας σήμαινε ότι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονταν χωρίς δημοκρατική συζήτηση στο λαό αλλά, καμιά φορά, ούτε στα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος και του κράτους. Για παράδειγμα, η αποστολή σοβιετικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν δεν συζητήθηκε ούτε στο Ανώτατο Σοβιέτ, ούτε στην κυβέρνηση ούτε στο πολιτικό γραφείο του ΚΚΣΕ. Το “μεγάλο άλμα μπροστά” στην Κίνα αντίστοιχα δεν είχε την έγκριση ούτε της κυβέρνησης ούτε των ηγετικών κλιμακίων του ΚΚ Κίνας. Ενδεικτικό της απέχθειας προς τη δημοκρατική συζήτηση είναι το ότι στο κυβερνητικό Πολωνικό Ενοποιημένο Εργατικό Κόμμα οι ψηφοφορίες για την ανάδειξη των καθοδηγητικών οργάνων γίνονταν φανερά μέχρι το 198122. Το ίδιο συνέβαινε στο ΚΚΣΕ τη δεκαετία του 1930. Είναι προφανές ότι σε τέτοιες συνθήκες η ψηφοφορία ελεγχόταν από τις ηγετικές ομάδες.
Η γραφειοκρατικοποίηση της ηγεσίας οδήγησε συχνά σε εθνικιστικού χαρακτήρα λάθη στην εξωτερική πολιτική αφού υπερεκτιμήθηκε η ανάγκη αυτοπροστασίας του σοσιαλιστικού κράτους και υποτιμήθηκε η ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος. Χαρακτηριστική είναι, από την άποψη αυτή, η αρχικά διστακτική θέση της ΕΣΣΔ στην υποστήριξη του επαναστατικού κινήματος στην Αγκόλα23. Ένα πιο ακραίο παράδειγμα είναι η Κίνα και ιδίως η πρόκληση της στρατιωτικής σύγκρουσης το 1969 με τη Σοβιετική Ένωση24 και αργότερα με το Βιετνάμ25.
Στο επίπεδο της ιδεολογίας, η παγίωση της γραφειοκρατίας νόθευε τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία εισάγοντας στοιχεία δογματισμού, βερμπαλισμού, εξωραϊσμού των καταστάσεων για να δικαιολογήσει τη θέση της αντί για την επιστημονική ανάλυση της ολοένα μεταβαλλόμενης πραγματικότητας.
Προωθούνταν μια αντίληψη κοινωνικής αρμονίας για τη σοσιαλιστική κοινωνία. Σοβιετικό εγχειρίδιο του 1954 θεωρούσε ότι “η βασική ιδιομορφία αυτών των συγκρούσεων στη σοβιετική κοινωνία συνίσταται στο ότι δεν αποτελούν συγκρούσεις ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής. Τέτιου είδους συγκρούσεις δεν υπάρχουν στην ΕΣΣΔ26. Σε άλλη παραλλαγή, θεωρούνταν ότι η προσαρμογή των παραγωγικών σχέσεων γίνεται σχεδόν αυτόματα, ενώ η έννοια των παραγωγικών σχέσεων αποσυνδεόταν από την έννοια της λαϊκής συμμετοχής και της εμβάθυνσης της δημοκρατίας27. Οι μόνες αντιθέσεις που γίνονταν δεκτές ήταν εκείνες που προέκυπταν από τα κατάλοιπα του καπιταλισμού στην οικονομία ή στην ιδεολογία και βέβαια η αντίθεση με τη διεθνή αστική τάξη.
Όσο πλησίαζε ιστορικά στη μετατροπή της σε αστική τάξη, το γραφειοκρατικό στρώμα εισήγαγε στην ιδεολογία του στοιχεία σοσιαλδημοκρατικά. Με την παλινόρθωση το σύνολο σχεδόν των κομμάτων αυτών μετατράπηκαν σε σοσιαλδημοκρατικά.


Βασική και άλλες αντιθέσεις

Η αντίθεση λοιπόν αυτή, που υπό προϋποθέσεις τείνει να γίνει ανταγωνιστική, χρωματίζει και κατευθύνει όλες τις υπόλοιπες αντιθέσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Για παράδειγμα, η αυτονόμηση της ηγετικής κρατικής γραφειοκρατίας μπορεί να οξύνει την αντίθεση ανάμεσα στη βιομηχανία και στην αγροτική οικονομία, όταν με αποφάσεις της, που δεν έχουν την έγκριση του λαού, επιχειρεί να λύσει προβλήματα. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν οι λύσεις που δίνει είναι αντικειμενικά ορθές αλλά δεν έχει πειστεί ο λαϊκός παράγοντας για την ορθότητά τους.
Η βασική αντίθεση, στο βαθμό που δεν βρίσκεται σε πορεία επίλυσης, αντεπιδρά στις παραγωγικές δυνάμεις, καθυστερώντας τελικά την ανάπτυξή τους. Έτσι, παρατηρήθηκε ιστορικά ότι η αρχική απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων η οποία σημειώθηκε μετά τις επαναστάσεις, στη συνέχεια περιορίστηκε. Οδηγήθηκε στη στασιμότητα και στην οπισθοχώρηση.
Αυτό εκφράστηκε με τον πιο καθαρό τρόπο στην κύρια παραγωγική δύναμη, στην εργασία. Η παραγωγικότητα της εργασίας, το ενδιαφέρον για την εργασία είναι ο κινητήριος μοχλός της σοσιαλιστικής οικονομίας. Ενώ την πρώτη περίοδο σημειώθηκε αλματώδης άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, στη συνέχεια η αδιαφορία για την εργασία επικράτησε. Αυτό άρχισε να γίνεται στο βαθμό που οι εργαζόμενοι αισθάνονταν αποξενωμένοι ολοένα και περισσότερο από τις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις.
Τα προβλήματα αυτά (πτώση του ενδιαφέροντος των εργαζομένων για την εργασία, υπερβολικά συγκεντρωτισμός σχεδιασμός καταρτισμένος χωρίς πραγματική δημοκρατική συζήτηση – άρα σε ένα βαθμό ανεδαφικός και αναποτελεσματικός) έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν με την επέκταση των εμπορευματικών σχέσεων τη δεκαετία του 1960 (μεταρρύθμιση Κοσίγκιν). Δηλαδή αξιοποιήθηκε ένα μέσο που δημιουργούσε άλλου είδους προβλήματα, αντί να καταφύγουν στο βασικό που θα μπορούσε να ξανατονώσει το ενδιαφέρον των εργαζομένων αλλά που θα έθιγε τα πολιτικά προνόμια της γραφειοκρατίας: αποκατάσταση της επαναστατικής δημοκρατίας, ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή τους στις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις.
Αντίστροφα, η βασική αντίθεση μπορεί να οξύνεται από την ύπαρξη άλλων αντιθέσεων. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι η επανάσταση επικράτησε σε χώρα με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, με μεγάλο ποσοστό μικροϊδιοκτησίας, με φεουδαρχικά κατάλοιπα, με χαμηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο του πληθυσμού, όλα αυτά ενέτειναν αντικειμενικά την τάση αυτονόμησης των διοικούντων, δυσχεραίνουν τη διαδικασία προσέλκυσης του λαού στη διαχείριση των υποθέσεών του. Άρα δυσχεραίνουν τη διαδικασία επίλυσης της βασικής αντίθεσης.
Η επίλυση της βασικής αντίθεσης που διέπει τη σοσιαλιστική κοινωνία επηρεάζεται επίσης καθοριστικά από τη βασική αντίθεση που διαπερνά την ανθρωπότητα. Επηρεάζεται δηλαδή από την αντίθεση εργατικής και αστικής τάξης με τρεις τουλάχιστον μορφές. Πρώτο, με τη μορφή της αντίθεσης ανάμεσα στα κράτη όπου η αστική τάξη διατηρεί την εξουσία και στα κράτη όπου έχουν επικρατήσει επαναστάσεις. Δεύτερο, με τη μορφή της αντίθεσης αστικής – εργατικής τάξης στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών. Οι διακυμάνσεις του συσχετισμού των δυνάμεων επιδρούν στις χώρες που επιχειρούν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού (και αντίστροφα). Τρίτο, με τη μορφή των κατάλοιπων του καπιταλισμού (στην οικονομία στην πολιτική, στην ιδεολογία, στον πολιτισμό κλπ) που παραμένουν στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών χωρών. Έτσι, στην πραγματικότητα πρέπει να γίνεται λόγος για τη βασική εσωτερική αντίθεση των σοσιαλιστικών κοινωνιών (διοικούντες – διοικούμενοι) και τη βασική εξωτερική αντίθεση (αστική τάξη – εργατική) που αλληλοεπιδρούν η μια στην άλλη.
Η βασική εσωτερική αντίθεση (όπως και η βασική εξωτερική) αντανακλώνται και επιδρούν στο πολιτικό, ιδεολογικό, νομικό, πολιτιστικό εποικοδόμημα. Και αντίστροφα, οι πολιτικές, ιδεολογικές, νομικές, πολιτιστικές σχέσεις -διαθέτοντας σχετική αυτοτέλεια- αντεπιδρούν στη βασική αντίθεση. Μπορεί να επιδρούν στην επίλυσής της στη μια ή στην άλλη κατεύθυνση.
Θα ήταν όμως ημιτελής η προσέγγιση που θα απέδιδε την επίλυση της βασικής αντίθεσης προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, αν υπερτιμούσε τη σημασία των πολιτικών κλπ αποφάσεων. Για την ακρίβεια, μια τέτοια ανάλυση θα έρρεπε προς τον ιδεαλισμό και στην άρνηση των βασικών αρχών του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού.
Για παράδειγμα, έχει σημασία να αξιολογηθεί η πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΣΕ την περίοδο Στάλιν, Χρουτσιόφ, Κοσίγκιν, Μπρέζνιεφ, Γκορμπατσόφ κλπ. Δηλαδή να εκτιμηθεί πώς συνέβαλαν στην επίλυση της βασικής αντίθεσης και σε ποια κατεύθυνση. Πιο σημαντικό όμως είναι να ερμηνευθούν οι όποιες πολιτικές στο έδαφος και στο φως της βασικής αντίθεσης (και των άλλων δευτερευόντων αντιθέσεων βέβαια).
Προσεγγίσεις του τύπου “εκείνη την περίοδο όλα ήταν κατά βάση σωστά” ή το αντίστροφο, δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί την αμέσως επόμενη ή προηγούμενη όλα έγιναν λάθος ή το αντίστροφο. Πρόκειται για αναλύσεις που στέκονται στην επιφάνεια, στο εποικοδόμημα, πολιτικό και ιδεολογικό. Αδυνατούν να δουν την κοινωνία στην εξέλιξή της ερμηνευόμενη από τη βασική και τις άλλες αντιθέσεις. Πρέπει να εξηγήσουμε υλιστικά γιατί ελήφθησαν αυτές ή οι άλλες αποφάσεις, γιατί επικράτησαν αυτές και όχι κάποιες άλλες πολιτικές τάσεις.
Υπάρχουν απόψεις που κάνουν λόγο για οπορτουνιστική, σοσιαλδημοκρατική απόκλιση της ηγεσίας του ΚΚΣΕ που οφειλόταν στην επίδραση των υπολειμμάτων της αστικής τάξης και στην ιδεολογική επίδραση του ιμπεριαλισμού, της διεθνούς αστικής τάξης. Οι απόψεις αυτές είναι ορθές εν μέρει μόνο. Βλέπουν μια πλευρά, κάποιες από τις υπάρχουσες αντιθέσεις αλλά όχι τη βασική εσωτερική αντίθεση την οποία αποσιωπούν. Δεν εξηγούν έτσι πειστικά και ολοκληρωμένα γιατί επικράτησαν αυτές οι αποκλίσεις.
Μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί η σοσιαλιστική Κούβα άντεξε σχεδόν μισό αιώνα τώρα απολύτως απομονωμένη και χωρίς τη ύπαρξη άλλων σοσιαλιστικών χωρών. Γιατί εκεί δεν υπήρξε τόσο καταλυτική (μέχρι σήμερα τουλάχιστον) η επίδραση των αστικών καταλοίπων και του διεθνούς ιμπεριαλισμού; Η απάντηση βρίσκεται προφανώς στο ότι η επίδραση αυτή δεν μπόρεσε να επικρατήσει εξαιτίας της μη γραφειοκρατικής απόσπασης της ηγεσίας από το λαό, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, επειδή η βασική εσωτερική αντίθεση έτεινε μέχρι τώρα να λυθεί προς τη σωστή κατεύθυνση. Όσο το τελευταίο χαρακτηριστικό θα εξακολουθεί να υπάρχει, θα υπάρχει η δυνατότητα η σοσιαλιστική Κούβα να συνεχίσει την πορεία της.
Η αστική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών και τα υπολείμματα της αστικής τάξης στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών κοινωνιών δεν θα είχαν καταφέρει να ανατρέψουν τις επαναστατικές διαδικασίες, αν δεν στηρίζονταν στα φαινόμενα γραφειοκρατικής απόσπασης και εκφυλισμού των διευθυνόντων τα οποία σημειώθηκαν.


Η διαδικασία επίλυσης της βασικής αντίθεσης

Ο δρόμος για την επίλυση της βασικής αντίθεσης περνά οπωσδήποτε μέσα από τη συνεχή, επίμονη και επίπονη προσπάθεια διαφύλαξης και εμβάθυνσης της επαναστατικής δημοκρατίας. Περνά μέσα από το συνεχή εργατικό και λαϊκό έλεγχο του διευθυντικού στρώματος και από τη διαρκή προσπάθεια ανύψωσης του μορφωτικού, πολιτιστικού και πολιτικού επιπέδου των εργαζομένων, της επιστημονικής τους γνώσης, ώστε να καθίσταται κάθε μέρα και πιο ουσιαστική η λαϊκή συμμετοχή και ο έλεγχος. Αυτό σημαίνει επαγρύπνηση, συνειδητή δηλαδή παρέμβαση για την ολοένα και πιο ουσιαστική εφαρμογή των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών της Παρισινής Κομμούνας και των σοβιέτ: αιρετότητα, ανακλητότητα, εναλλαγή, έλεγχος, κατάργηση των προνομίων και αμοιβή των κρατικών στελεχών με συνηθισμένο εργατικό μισθό. Η προσπάθεια αυτή δεν μπορεί να είναι ευθύγραμμη. Επηρεάζεται από τις άλλες αντιθέσεις, εσωτερικές και διεθνείς.
Στο βαθμό που η διαδικασία αυτή προχωρά, μπορεί να πει κανείς ότι προχωρούν οι παραγωγές σχέσεις, βήμα προς βήμα, στάδιο προς στάδιο, από την τυπική κοινωνικοποίηση στην ουσιαστική. Αυτή η θετική πορεία θα έχει αντεπίδραση στις παραγωγικές δυνάμεις και πρωτίστως στην παραγωγικότητα της εργασίας αναπτύσσοντάς τες παραπέρα. Η περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και του κοινωνικού πλούτου θα δημιουργεί την υλική βάση (ως δυνατότητα και πάλι, όχι ως αυτόματη μετατροπή σε πραγματικότητα) για να προχωρήσει στη συνέχεια πιο βαθιά η ουσιαστική κοινωνικοποίηση και η συμμετοχή των εργαζομένων, και ούτω καθεξής σε μια διαρκή σπειροειδή ανάπτυξη. Η θετική πορεία στην επίλυση της αντίθεσης διευθυνόντων και διευθυνομένων επιδρά επίσης ευεργετικά και στην επίλυση ή και υπέρβαση των άλλων αντιθέσεων
Κρίσιμο ζήτημα στη διαδικασία αυτή διαφύλαξης και εμβάθυνσης της δημοκρατίας αποτελεί ο ρόλος του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Το τελευταίο μπορεί και πρέπει να αποτελεί την προωθητική δύναμη. Η εμβάθυνση της επαναστατικής δημοκρατίας δεν μπορεί να γίνει μόνο αυθόρμητα.
Ωστόσο, αντικειμενικά, ως κυβερνητικό κόμμα εμπλέκεται στη βασική αντίθεση, κυρίως η ηγετική του ομάδα, και είναι πιθανό (το έδειξε η ιστορική εμπειρία, σοβιετική και άλλη) να γίνει μέρος του προβλήματος. Άρα, καθοριστικής σημασίας ζήτημα είναι η διαφύλαξη του επαναστατικού και συνάμα του δημοκρατικού χαρακτήρα του κόμματος, η υποβολή του στον πιο άμεσο λαϊκό έλεγχο και η συνεχής αυτοκάθαρσή του μέσω της εφαρμογής στο εσωτερικό του των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών της Κομμούνας του Παρισιού: αιρετότητα των στελεχών, ανακλητότητά τους, εναλλαγή, έλεγχος από τα μέλη, αμοιβή των στελεχών με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό, κατάργηση κάθε υλικού και πολιτικού προνομίου. Μόνο σε αυτή τη βάση μπορεί να διαφυλάξει την ιδεολογία του, τη σχέση του με την εργατική τάξη και τον επαναστατικό του ρόλο.
Τελικά, η αναγνώριση των κινδύνων απόσπασης του διευθυντικού στρώματος και του γραφειοκρατικού εκφυλισμού αποτελεί προϋπόθεση για την αναζωογόνηση της επαναστατικής προσπάθειας του 21ού αιώνα. Αυτό σε τίποτα δεν μειώνει τις σημαντικότατες κοινωνικές κατακτήσεις των λαών της Σοβιετικής Ένωσης (και των άλλων πρώην σοσιαλιστικών χωρών) καθώς και τη συμβολή τους στην αντιφασιστική νίκη και στην παγκόσμια ειρήνη κατά το τελευταίο μισό του 20ού αιώνα.
1 Βλ. Για παράδειγμα Φ. Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη εποχή, 1981, σελ. 167 επ.
2 Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 214.
3 Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Κράτος και επανάσταση”, Άπαντα, τ. 33, σελ. 116.
4 Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000, σελ. 20.
5 Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Η μεγάλη πρωτοβουλία”, Άπαντα, τ. 39, σελ. 21.
6 Βλ. ενδεικτικά Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, “Κράτος και επανάσταση”, Άπαντα, τ. 33, σελ. 44.
7 Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Κράτος και επανάσταση”, Άπαντα, τ. 33, σελ. 117.
8 Βλ. ενδεικτικά Φ. Ένγκελς, “Για το κύρος”, Διαλεχτά Έργα, τ. 1, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, χ.χρ., σελ. 767 επ.
9 Βλ. Chtchiglik, Lautogestion socialiste, Moscou, ed. Progres, 1989, σελ. 88 επ.
10 Βλ. Α. Ζντάνοφ, «Εισήγηση στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ), 29/2/1937», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, 4/2008, σελ. 145 επ.
11Βλ. P. Para, “Por que cayo el sosialismo en Europa? Por que no cayo Cuba?”, 9/9/2015, www.cubadebate.cu
12Βλ. ενδεικτικά M. Miaille, Το κράτος του δικαίου (εισαγωγή στην κριτική του συνταγματικού δικαίου), Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1983, σελ. 188 επ. και Β.Ι.Λένιν, «Εισήγηση για το δικαίωμα ανάκλησης στη συνεδρίαση της ΠΚΕΕ, 21 του Νοέμβρη 1917», Άπαντα, τ. 35, σελ. 106-107 και 109-111.
13Βλ. Κ. Ταμπλάδα, Τσε Γκεβάρα: η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2014, σελ. 305 και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2 (1923-1930), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 204 επ.
14Βλ. και τις σχετικές απόψεις του Τσε Γκεβάρα στο Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 152 επ. και την εκεί παραπεμπόμενη βιβλιογραφία.
15 Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 78 και του ίδιου, «Για τους μισθούς των ανώτατων δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων», Άπαντα, τ. 35, σελ. 105.
16 Βλ. Β. Κοτσέτωφ, Αδελφοί Γιερσώφ, Αθήνα, εκδ. Κυψέλη, 1959.
17 Βλ. Ε. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994, σελ. 112 επ. και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, οπ.π., τ. 1 (1917-1923), σελ. 107 και τ. 2 (1923-1930), σελ. 247 και Μ. Μάρκοβιτς, Αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Επίκουρος, 1975, σελ. 51 και Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989, σελ. 169-170 και P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264.
18 Βλ. περισσότερα, Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 81 επ.
19Βλ. Ε. Μπιτσάκης, Ένα φάντασμα πλανιέται, Αθήνα, εκδ. Στάχυ, 1992, σελ. 196-197 και Τ. Κλιφ, Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία, Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2005, σελ. 151 επ. και Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 112 επ.
20 Βλ. Ε. Μαντέλ, Οι αντιφάσεις στη θεωρία του “κρατικού καπιταλισμού”, Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη,1984, σελ. 27 επ. και Ν.Β.Γιάκουσεβ, “Η “θεωρία” περί ύπαρξης κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ”, περ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 6/2002, http://www.komep.gr/2002-teyxos-6/h-theoria-peri-yparkshs-kratikoy-kapitalismoy-sthn-essd.
21Βλ. Ι. Ραμονέ, Εκατό ώρες με τον Φιντέλ, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, σελ. 68.
22 Βλ. Ν. Κοτζιάς, Η Πολωνία κι εμείς, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1981, σελ. 38.
23 Βλ. Φ. Κάστρο, Κούβα και Αφρική: η συμβολή της Κούβας στην υπόθεση της απελευθέρωσης της Αφρικής, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2006.
24 Βλ. Λ. Μαϊτάν, Κόμμα, στρατός και μάζες στην κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, Αθήνα, εκδ. εργατική πάλη, 2012, σελ. 262.
25 Βλ. Μ. Young, Οι πόλεμοι του Βιετνάμ (1945-1990), Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 2008, σελ. 407.
26 Βλ. Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, Διαλεχτικός υλισμός (1954), Αθήνα, εκδ. Γνώσεις, σελ. 224 επ., 230.

27 Βλ. επίσης Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Πολιτική οικονομία, Αθήνα, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, 1961, σελ. 510-511.